Έχοντας πρωτοεμφανιστεί κάπου στα 1999, ο όρος Web 2.0 έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και ύστερα, χρησιμοποιούμενος ευρέως ακόμη και από ανθρώπους που δεν γνώριζαν καλά-καλά τί ακριβώς σημαίνει. Αν και ο ορισμός του δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα, συνδέθηκε κυρίως με αυτό που θα αποκαλούσαμε «Κοινωνικό Παγκόσμιο Ιστό» (Social Web), μια αλλαγή που δεν αφορά τόσο την επικράτηση κάποιας νέας τεχνολογίας όσο την μεταστροφή στον τρόπο με τον οποίο προγραμματιστές και χρήστες χρησιμοποιούν το διαδίκτυο.

 

Έχοντας ως σημεία αναφοράς τη Wikipedia, το MySpace, το Facebook, το Twitter και άλλες υπηρεσίες, το Social Web παίρνει τον χρήστη από τη θέση του καταναλωτή του online περιεχομένου και τον βάζει σε αυτή του παραγωγού.

Έτσι, σήμερα παλεύουμε να βελτιστοποιήσουμε τους ιστοχώρους μας ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο φιλικοί στα κοινωνικά δίκτυα, διευκολύνοντας τον κοινωνικό διαμοιρασμό των σελίδων και θεωρώντας πως η «κοινωνική» κίνηση που δέχεται το website μας εξαντλείται στις επισκέψεις που προέρχονται από το Facebook, το Twitter και 5-6 ακόμη (στην καλύτερη περίπτωση) υπηρεσίες.

Σύμφωνα όμως με τον  Alexis Madrigal του The Atlantic, η παραπάνω αντίληψη είναι αρκετά κοντόφθαλμη, αφού οι διαμοιρασμοί που βλέπουμε στο Facebook και το Twitter είναι μόνο η κορυφή του «κοινωνικού» παγόβουνου. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μας εντυπωσιάζει το μέγεθός τους είναι γιατί είναι εύκολο να μετρηθεί.

Αντίθετα, υπάρχει ένας ακόμη μεγαλύτερος όγκος διαμοιρασμών που πραγματοποιούνται μέσα από υπηρεσίες όπως το e-mail, οι διάφορες εφαρμογές chat αλλά και οι περιπτώσεις επισκέψεων από ασφαλείς (https) ιστοχώρους, για τους οποίους δεν μπορούμε να έχουμε ακριβή στατιστικά.

Πόσο μεγάλη είναι, όμως, αυτή η «σκοτεινή κοινωνική κίνηση» για την οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από πού προέρχεται; Η εταιρεία Chartbeat, που ειδικεύεται στην παροχή στατιστικών επισκεψιμότητας σε ιστοχώρους, προσπάθησε να κάνει μια εκτίμηση χωρίζοντας τους επισκέπτες του The Atlantic για τους οποίους δεν υπήρχαν στοιχεία προέλευσης σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη περιλάμβανε τους ανθρώπους που επισκέφθηκαν την αρχική σελίδα του ιστοχώρου (theatlantic.com) ή κάποια από τις κεντρικές κατηγορίες του (π.χ. theatlantic.com/politics).

Στη δεύτερη κατηγορία μπήκαν όσοι βρέθηκαν απευθείας σε κάποιο από τα άρθρα. Η υπόθεση ήταν ότι αυτοί οι τελευταίοι θα πρέπει να ακολούθησαν κάποια παραπομπή τρίτου, αφού κανείς δεν θα καθόταν να πληκτρολογήσει μια διεύθυνση όπως π.χ. το http://www.theatlantic.com/technology/archive/2012/10/atlast-the-gargantuan-telescope-designed-to-find-life-on-other-planets/263409/.

Το αποτέλεσμα; Οι επισκέψεις της δεύτερης αυτής κατηγορίας, που αντιστοιχεί στην «σκοτεινή κοινωνική κίνηση» ήταν περισσότερες όχι μόνο από αυτές που προήλθαν από το Facebook, αλλά και από όλα τα δημοφιλή κοινωνικά δίκτυα μαζί.

 

darksocial_atlantic

Όπως μάλιστα εξηγεί ο Madrigal, σύμφωνα με τα στοιχεία της Chartbeat, τα παραπάνω αποτελέσματα δεν έχουν να κάνουν με κάποια ιδιαιτερότητα του The Atlantic και των επισκεπτών του, αφού παρόμοιο φαινόμενο, και μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, παρατηρείται και σε άλλους ειδησεογραφικούς ιστοχώρους. Πιο συγκεκριμένα, αν πάμε σε μεγαλύτερο δείγμα ιστοχώρων θα δούμε ότι σχεδόν το 69% των επισκέψεων που προήλθαν μέσω παραπομπών ανήκε στην κατηγορία της «σκοτεινής κίνησης», με το δεύτερο Facebook να πιάνει μόλις 20% και το Twitter 6%.

Σε σύγκριση με το σύνολο των επισκέψεων (συνυπολογίζοντας, δηλαδή, και αυτές που προήλθαν από αναζητήσεις), η «σκοτεινή κίνηση» έφτανε το 17,5%. Η μόνη πηγή που καταφέρνει να φέρει περισσότερες επισκέψεις είναι οι μηχανές αναζήτησης, με 21,5%.

Βέβαια, εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε κάτι που δεν διευκρινίζεται στο άρθρο του Madrigal: μετά την ολοένα αυξανόμενη χρήση του https τόσο από το Facebook όσο και από το Twitter, τί γίνεται με τις επισκέψεις που προέρχονται από τις ασφαλείς εκδόσεις των δύο κοινωνικών δικτύων; Μπορεί η Chartbeat να την αναγνωρίσει ή εμπίπτει και αυτή στην κατηγορία της σκοτεινής κίνησης; Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι αριθμοί παραμένουν εντυπωσιακοί.

Τί συμπεράσματα μπορεί να προκύπτουν, όμως, από όλα αυτά; Πρώτα από όλα, από την πλευρά των ιδιοκτητών των ιστοχώρων, ότι η βελτιστοποίηση για το Facebook και το Twitter δεν καλύπτει σε καμία περίπτωση όλο το εύρος του «κοινωνικού» φάσματος. Σύμφωνα με τον Madrigal, ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορείς να πετύχεις κάτι τέτοιο είναι η ίδια η φύση του περιεχομένου σου, αφού τα περιθώρια να μελετήσεις τα μοτίβα στον διαμοιρασμό μέσω e-mail ή εφαρμογών chat είναι, προφανώς, μηδενικά.

Το δεύτερο ενδιαφέρον συμπέρασμά του είναι ότι τα κοινωνικά δίκτυα που άρχισαν να δημιουργούνται από το 2000 και μετά δεν δημιούργησαν το Social Web, τον «Κοινωνικό Παγκόσμιο Ιστό», αλλά στην πραγματικότητα τον δόμησαν – πράγμα, ασφαλώς, διόλου ασήμαντο. Σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή, μετέτρεψαν την πράξη του διαμοιρασμού στο διαδίκτυο σε μια πράξη δημοσίευσης, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Έτσι, η δημοσίευση των κοινωνικών μας αλληλεπιδράσεων τις έκανε περισσότερο ορατές, αναζητήσιμες, εμπλουτίζοντας τα link και τις φωτογραφίες μας με μια σειρά από πρόσθετα μεταδεδομένα. Επιπλέον, τα κοινωνικά δίκτυα δίνουν στην online περσόνα που υιοθετούμε μια νέα, μόνιμη ταυτότητα.

Τα γούστα μας, λέει ο Madrigal, αποκτούν πλέον ανταλλακτική αξία και γίνονται ένα είδος «νομίσματος», εκμεταλλεύσιμο τόσο από εμάς όσο και (πράγμα πολύ πιο πιθανό) από το ίδιο το κοινωνικό δίκτυο. Θεωρεί, λοιπόν, ότι στην πραγματικότητα, σε αυτή τη συναλλαγή, δεν ανταλλάσσουμε τα προσωπικά μας δεδομένα για την δυνατότητα να μοιραζόμαστε links με τους φίλους μας αφού αυτό, σε μεγάλο βαθμό, μπορούσαμε να το κάνουμε ήδη και χωρίς τα κοινωνικά δίκτυα. Αντίθετα, προσφέρουμε στις υπηρεσίες τα προσωπικά μας δεδομένα με αντάλλαγμα την δυνατότητα να δημοσιεύουμε και να αρχειοθετούμε το υλικό που μοιραζόμαστε.

 

Πηγή: freeweird.com